Επιστημονική Έρευνα στην Ελλάδα – Ακολουθώντας το νέο Ευρωπαϊκό μοντέλο ή επιστροφή στην πρωτογενή έρευνα;

Πρόσφατα ψηφίστηκε ο νέος νόμος για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη της Ελλάδος. Δεν θα πω «μια από τα ίδια» γιατί μέσω του νόμου αυτού έχει γίνει κάποια προσπάθεια βελτίωσης σε πολλά σημαντικά ζητήματα παρά την οπισθοδρόμηση σε άλλα. Ωστόσο σε πολλούς τομείς της έρευνας βρισκόμαστε ακόμα στην «εποχή του χαλκού» ενώ οι ανταγωνιστές μας στην Ευρώπη και στις υπόλοιπες χώρες δουλεύουν σε θέματα που αφορούν το διάστημα. Επίσης ξεχνάμε ότι για την αποδοτική έρευνα, εκτός από την όποια χρηματοδότηση, χρειάζεται αποδοτική διοίκηση, ανατροφοδότηση από την βάση (τους ερευνητές που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, έμπειρους και νέους), ουσιαστική και ειλικρινής επικοινωνία με τους τελικούς χρήστες των αποτελεσμάτων της ερευνητικής διαδικασίας, και σχεδιασμός έρευνας σε βάθος χρόνου πέρα από τα άμεσα, στενά όρια και περιθώρια, της οικονομικής συγκυρίας. Η φράση καραμέλα «τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας» σε κανένα άλλο τομέα δεν έχει προδοθεί τόσο πολύ όσο στον τομέα της έρευνας.

Με βάση την πολυετή εμπειρία μου στον χώρο της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης επισημαίνω δυο-τρία πολύ ουσιαστικά προβλήματα που πρέπει διορθωθούν ώστε να μπουν ως βάσεις στα θεμέλια του ερευνητικού χώρου της χώρας μας.

  1. Αξιολόγηση των ερευνητικών προτάσεων μέσω αδιαμφισβήτητων διαδικασιών με γνώμονα την Ευρωπαϊκή πλατφόρμα του προγράμματος Ορίζοντες 2020 (Horizon 2020)
  2. Επαναπροσδιορισμό της πρωτογενούς έρευνας και επένδυση στη δημιουργία κέντρων αριστείας
  3. Μείωση της γραφειοκρατίας
  4. Διακριτά επαγγελματικά δικαιώματα και ασφαλιστική κατάσταση των ερευνητών με ελαστική σχέση εργασίας

Η μεγάλη πλειονότητα των Ευρωπαϊκών κονδυλίων που διατέθηκαν μέσω Ελληνικών οργανισμών και υπουργείων (και ΕΣΠΑ) δεν έχουν ακολουθήσει ούτε τις στοιχειώδεις αρχές επιστημονικής δεοντολογίας.  Με εξαίρεση τα προγράμματα Θαλή και κανένα δυο ακόμα που αξιολογήθηκαν, στα αγγλικά,  από εξωτερικούς κριτές (αν και στον ΘΑΛΗ η διαδικασία διήρκεσε 2 χρόνια!!!) όλα τα άλλα προγράμματα χρηματοδότησης έρευνας αξιολογήθηκαν κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, ενώ τα ανακοινωθέντα αποτελέσματα και η όποια επικοινωνία προς τους «μη επιτυχόντες επιστήμονες» να μην αποκαλύπτουν στην ουσία τίποτα εποικοδομητικό και χρήσιμο για την πρόταση ενώ σχεδόν ποτέ δεν ανακοινώνονται τα στοιχεία τεκμηρίωσης της βαθμολογίας. Οι ανακοινώσεις και απαντήσεις είναι γενικόλογες. Οι κανονισμοί νεφελώδεις. Συχνά οι προκηρύξεις βγαίνουν με ασφυκτικές ημερομηνίες δικαιολογώντας την πεποίθηση των περισσοτέρων ερευνητών ότι «έτσι και δεν ξέρεις κάποιον στο υπουργείο πρόταση δεν παίρνεις».

Αλλά τα προβλήματα δεν σταματούν στις προκηρύξεις. Οι ερευνητές που είχαν την «τύχη» να χρηματοδοτηθούν, μπαίνουν σε μια εξαντλητική γραφειοκρατική διαδικασία «υλοποίησης» των έργων. Οι χρηματοδοτήσεις δίνονται σε δόσεις χωρίς να είναι ξεκάθαρο το γιατί και πότε απελευθερώνονται κονδύλια, κάτι που δυσχεραίνει τον προγραμματισμό και την απορρόφηση των έργων. Για κάθε αγορά (πχ στάνταρντ εργαστηριακών αναλωσίμων) πρέπει να ακολουθούνται πολύμηνες διαγωνιστικές διαδικασίες. Επιπλέον, οι όροι των προκηρύξεων αλλάζουν με αναδρομική ισχύ! Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόγραμμα ΘΑΛΗΣ όπου το «Τεχνικό Δελτίο» του έργου αναμορφώθηκε ουκ ολίγες φορές. Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι ότι αίφνης τον Σεπτέμβριο ανακοινώθηκε οριζόντια περικοπή 10-23% σε όλα τα έργα «ΘΑΛΗΣ», «ΑΡΙΣΤΕΙΑ Ι και ΙΙ» και «ERC». Μάλιστα ζητήθηκε από τους υπευθύνους να κάνουν οι ίδιοι «αίτημα» για  τις περικοπές προϋπολογισμών στα προγράμματα τους, και μάλιστα «χωρίς αλλαγές στο φυσικό αντικείμενο ή στους σκοπούς των προγραμμάτων»  ενώ τα περισσότερα έργα είχαν ήδη μπει στο τελευταίο έτος υλοποίησης τους! (δηλ. τα έργα με απορρόφηση >70% μπήκαν στον ίδιο ‘ντορβά’ με έργα απορρόφησης <20%). Όσο για την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων; Η υφιστάμενη δομή αναφορών κλπ δεν είναι κακή (εφόσον όντως κάποιοι διαβάζουν όλες αυτές τις σελίδες αναφορών!). Θα έπρεπε όμως η απόδοση σε ένα έργο να αποτελεί αυστηρή προϋπόθεση χρηματοδότησης σε επόμενο (δηλαδή, οκ να σας ξαναχρηματοδοτήσουμε, επιστημονικά είναι καλή η πρόταση, τα λεφτά που πήρατε σε προηγούμενο έργο, τι έγιναν; πόσες δημοσιεύσεις σε έγκριτα διεθνή περιοδικά; Πόσες διδακτορικές ή μεταπτυχιακές διατριβές;). Μόνο έτσι ο υφιστάμενος τρόπος παρακολούθησης δεν θα εξαντλείται σε μια ‘λογιστικού’ τύπου αυστηρότητα αλλά θα περνάει στην ουσία του θέματος

Το αποτέλεσμα των ως τώρα πρακτικών; Να κυριαρχεί η βεβαιότητα ότι τα ευρωπαϊκά χρήματα που δίνονταν παλαιότερα μέσω Ελληνικών υπουργείων έγιναν βίλλες και Ferrari. Και τώρα που έχουμε κρίση; Η πεποίθηση ότι τα χρήματα να δίνονται σε όσους «είναι μέσα στα πράγματα» χωρίς διορατικότητα για το μέλλον της έρευνας στην χώρα μας.

Η πραγματικότητα σήμερα είναι δύσκολη, όχι λόγω της κρίσης ή λόγω της χαμηλής διαθεσιμότητας στελεχών αλλά λόγω της έλλειψης Επιστημονικής Υποδομής και εγχώρια παραγόμενου πρωτογενούς επιστημονικού έργου που θα μπορούσε να οδηγήσει στην δημιουργία νέας τεχνολογίας και πατεντών. Αυτό μάλιστα είναι που ζητά τώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του νέου προγράμματος στήριξης «Horizon 2020» αλλά απευθύνεται σε χώρες που όταν πήραν μέρος στους προηγούμενους κύκλους χρηματοδότησης έρευνας  (4ο, 5ο, 6ο, 7ο πρόγραμμα στήριξης) έκαναν τα χρήματα ό,τι έπρεπε την κάθε φορά, δηλαδή πρώτα υποδομές (κτήρια) και εξοπλισμό (εργαστήρια, μηχανήματα, τεχνολογία), μετά νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που ευνοούν την έρευνα και την ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού (επιστήμονες, θέσεις νέων ερευνητών, υποτροφίες), με παράλληλη ανάπτυξη των αρχών της επιστημονικής δεοντολογίας και τέλος έφτιαξαν δομές και νομοθεσίες υποστήριξης της μεταφοράς τεχνογνωσίας για την δημιουργία υπηρεσιών και προϊόντων και την κατοχύρωσή τους (δηλ. πατέντες, τεχνοβλαστούς κ.α).

Εμείς (τουλάχιστον η πλειοψηφία των Ελληνικών Ακαδημαϊκών ιδρυμάτων) δυστυχώς έχουμε χάσει πολλούς κρίκους από αυτή την μεγάλη αλυσίδα ανάπτυξης και τώρα καλούμαστε να ανταγωνιστούμε τους ευρωπαίους εταίρους μας στην διεκδίκηση των χρηματοδοτήσεων και μάλιστα στην δημιουργία προϊόντων προστιθέμενης αξίας. Η ΕΕ ξεκάθαρα απαιτεί πια ότι κάθε ερευνητική πρόταση πρέπει να οδηγεί σε ένα νέο ανταγωνιστικό προϊόν που θα δώσει θέσεις εργασίας και προστιθέμενη αξία στην Ευρώπη.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο όταν η Ελληνική διαχειριστική αρχή των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων έρευνας ζητά από τους Έλληνες επιστήμονες να κάνουν το ίδιο και να παράγουν νέα προϊόντα προστιθέμενης αξίας. Αλλά… δεδομένων των ελλείψεων στις εργαστηριακές υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό, και με την δικαιολογία ότι «βιαζόμαστε για να μην χαθούνε τα κονδύλια» …. τα χρήματα πάνε σε χαμηλού επιπέδου ερευνητικά προγράμματα με ανύπαρκτο ή χαμηλής αξίας παραγόμενο έργο.

Ακόμα και σήμερα, στη πατρίδα μας, αυτή με τους τόσους αποφοίτους ΑΕΙ, αυτή με τους τόσους καταξιωμένους ερευνητές στην χώρα μας και στο εξωτερικό, προκηρύσσονται έργα «κεκλεισμένων των θυρών. Πως αλλιώς να περιγράψει κανείς το ότι: Η πράξη «Ανάδειξη καινοτόμων ιδεών της Ακαδημαϊκής Κοινότητας για την ενίσχυση της εξωστρέφειας των ΑΕΙ» προκηρύχθηκε στις 24/9/2014 με Α.Π. 18228, με καταληκτική ημερομηνία την 24/10/2014, ενώ η πράξη «Διπλή Σταδιοδρομία Αθλητών/τριών» προκηρύχθηκε στις 14/3/2014 με Α.Π. 5373, με καταληκτική ημερομηνία δύο εβδομάδες μετά την ημερομηνία της προκήρυξης!

Και πόσο «τυχαίο» είναι το γεγονός ότι για την τελευταία πράξη, ο αριθμός των προτάσεων που υποβλήθηκαν ήταν ακριβώς αυτός που απαιτούνταν για να καλυφθεί η συνολική δημόσια δαπάνη;!

Το αποτέλεσμα είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια σε σχέση με τα χρήματα που δαπανήθηκαν για έρευνα και τεχνολογία και ελάχιστα προϊόντα βγήκαν στην ελληνική αγορά και ακόμα λιγότερα κατέκτησαν την Ευρωπαϊκή ή διεθνή αρένα – ίσως κανένα. Και μάλιστα, ενώ σε κάποιους τομείς υπήρχε καλή παράδοση βασικής έρευνας, οι ερευνητές σήμερα ασφυκτιούν διότι κατηγορούνται ότι «κάνουν έρευνα για την έρευνα» χωρίς να τους δίνεται η δυνατότητα χρηματοδότησης για «μεταφραστική έρευνα» με κίνδυνο (high risk research).

Όσο για τις «αξιολογήσεις» ΑΕΙ και επιστημονικών κέντρων, που έχουν γίνει ως τώρα, όντως καλή ως ιδέα αλλά πότε ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα; Πότε θα γνωρίζει πχ ο υποψήφιος φοιτητής ποιο τμήμα είναι το καλύτερο ερευνητικά με βάση αντικειμενικά βιβλιομετρικά και άλλα κριτήρια; Πότε θα γνωρίζει ο μέσος πολίτης ποια προστιθέμενη αξία δημιούργησαν τα ερευνητικά κέντρα  για το κάθε ευρώ επιχορήγησης που έλαβαν;

Δικαιολογημένη είναι λοιπόν η δυσπιστία και των μελών της επιστημονικής κοινότητας και της κοινωνίας συνολικά απέναντι στις ως τώρα κυβερνητικές πολιτικές για την έρευνα και την καινοτομία.

Τι προτείνουμε; Ποιες είναι οι λύσεις μας;

Σε επίπεδο γενικότερου σχεδιασμού και στρατηγικής

  1. Επανεκκίνηση της ‘βασικής έρευνας’ διότι εφαρμοσμένη έρευνα χωρίς πρωτογενή γνώση δεν μπορεί να γίνει.
  2. Ρεαλιστική αποτίμηση των «συγκριτικών πλεονεκτημάτων» της χώρας μας.
  3. Ουσιαστική αξιολόγηση και ειλικρινής επικοινωνία με τους ερευνητές της χώρας
  4. Υπαγωγή όλων των ερευνητικών δομών και φορέων υπό μια αρχή στην οποία θα «υποχρεωτικά» θα επιτρέπεται να χαράσσουν ερευνητική πολιτική μόνο τα στελέχη που έχουν τουλάχιστον αναγνωρισμένο επιστημονικό έργο στο διεθνή επιστημονικό στερέωμα!
  5. Καθιέρωση τακτικής χρηματοδότησης νέων και έμπειρων ερευνητών με διαφανείς διαδικασίες
  6. Απλοποίηση των διαδικασιών προμήθειας αναλωσίμων και εξοπλισμού με την δημιουργία «μητρώου» προμηθευτών μέσω του οποίου θα διευκολύνεται η προμήθεια των ειδών
  7. Έγκαιρη συνεννόηση εμπλεκόμενων φορέων και απλοποίηση των διαδικασιών προκηρύξεων έργων για την αποφυγή των ‘διορθωτικών’ τροπολογιών και αναμορφώσεων που ταλανίζουν τους ερευνητές
  8. Πληρωμή του 80% της συνολικής χρηματοδότησης προκαταβολικά και εξόφληση του έργου στο 75% των παραδοτέων.

Σε επίπεδο διαχείρισης και υλοποίησης πράξεων

  1. Αξιολόγηση όλων των Ελληνικών προγραμμάτων έρευνας μέσω της επιτυχημένης και αδιάβλητης πλατφόρμας αξιολόγησης που χρησιμοποιήθηκε στο 7ο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα στήριξης (FP7) και τώρα στο Horizon Οι προτάσεις θα κατατίθενται στα αγγλικά (όπως και έγινε ήδη σε κάποια Ελληνικά προγράμματα) σε 2 φάσεις και θα αξιολογούνται από ξένους και έλληνες καταξιωμένους επιστήμονες που θα ανήκουν στην βάση των αξιολογητών. Η διαδικασία θα είναι ανώνυμη και οι αξιολογητές θα πληρώνονται για τις υπηρεσίες τους. Αυτό θα οδηγήσει στην αξιοκρατική χρηματοδότηση των καλύτερων προτάσεων και θα αυξήσει τις πιθανότητες να παραχθεί κάτι καινοτόμο και ανταγωνιστικό.
  2. Ουσιαστική αποτίμηση και διάχυση των αποτελεσμάτων των προγραμμάτων με την δημιουργία ενός δείκτη φερεγγυότητας και αποδοτικότητας των επιχορηγούμενων ερευνητών/καθηγητών.