Η σημασία του να είσαι σοβαρός σε συνθήκες διαπραγμάτευσης

Το αποτέλεσμα των Εκλογών της 25.01.2015 έφερε μια νέα Δύναμη στο Προσκήνιο, δίνοντας για πρώτη φορά στην Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ το χρίσμα να αναλάβει την διακυβέρνηση του Ελληνικού Κράτους στην πιο κρίσιμη καμπή της Νεότερης Ιστορίας του.

Έχοντας να αντιμετωπίσει μια πρωτοφανή Ανθρωπιστική Κρίση στο Εσωτερικό, αλλά και τεράστιες πιέσεις για την συνέχιση του υφιστάμενου ‘διαρθρωτικού προγράμματος’ που επιβλήθηκε από την Τρόικα, δεν είναι τυχαίο ότι από την επόμενη ημέρα των Εκλογών η παρούσα Κυβέρνηση επικεντρώθηκε σε ένα συνεχή αγώνα δρόμου προκειμένου να προσεγγίσει Ευρωπαίους Εταίρους και να επιδιώξει την ακύρωση ή τροποποίηση του υφιστάμενου ‘διαρθρωτικού προγράμματος’, προσπαθώντας έτσι να διεκδικήσει μια ηπιότερη αντιμετώπιση από την Τρόικα, αλλά και να αποδείξει στο Εσωτερικό ότι  πραγματοποιεί –ολικά ή τμηματικά έστω- τις Προεκλογικές της Δεσμεύσεις.

Στο διάστημα που μεσολάβησε από την έναρξη της Διαπραγμάτευσης μέχρι και σήμερα που έχουμε φτάσει στο σημείο να βομβαρδιζόμαστε από συνεχή και αντικρουόμενα δημοσιεύματα περί ενδεχόμενης πτώχευσης ή διάσωσης της χώρας το καλοκαίρι ή ακόμα και για το περίφημο Grexit, η Ε.Δ.Ε.Μ. παρέμεινε παρατηρητής των τεκταινομένων και των εξελίξεων για δύο πολύ σημαντικούς λόγους:

  1. Ήταν απόλυτη ανάγκη να υπάρξει σεβασμός και συσπείρωση γύρω από μια προσπάθεια για διαπραγμάτευση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο που ξεκίνησε από την νέα  Ελληνική Κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση και αυτή η Κυβέρνηση –όπως και οι προηγούμενες- στο τέλος θα κριθεί για την αποτελεσματικότητα της, συνεπώς ήταν απολύτως λογικό να της δοθεί τουλάχιστον το περιθώριο για να ελιχθεί και να πράξει πριν επέλθει αυτή η κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο, μια ακόμα ταραχώδης πολιτική φωνή που θα στηλίτευε κάθε ενέργεια της νέας Κυβέρνησης σε επίπεδο Διαπραγμάτευσης πριν πραγματικά γίνει αντιληπτό το δυνητικό όφελος της, μόνο ζημιά θα επέφερε. Επιπλέον θα εξίσωνε την Ε.Δ.Ε.Μ. στο ίδιο –χαμηλό- επίπεδο με τους επικριτές της νέας Κυβέρνησης, πιο συγκεκριμένα τις παλαιότερες και νεότερες δυνάμεις της Αντιπολίτευσης, οι οποίοι βάλθηκαν να επιδοθούν σε αυτή την τακτική από τις επόμενες ημέρες των Εκλογών.
  2. Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή στην συλλογή και ανάλυση των έγκυρων δεδομένων που λαμβάνονται από το Εξωτερικό και αφορούν την Χώρα μας. Δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί κάποιος με νηφαλιότητα, να διαμορφώνει άποψη και να αντιμετωπίζει –έστω και έμμεσα- σενάρια Κρίσης όταν λειτουργεί σε ένα περιβάλλον που βομβαρδίζεται καθημερινά από δημοσιεύματα ή πολιτικές διαρροές, που αποσκοπούν στο να ανακόψουν την συνέχεια μιας προσπάθειας.

Έχοντας όμως σχηματίσει πλέον μια άποψη για τα όσα έχουν συμβεί, συμβαίνουν και όσα ακόμα ενδεχομένως θα ακολουθήσουν για την Χώρα μας, καταλήγουμε σε μια σειρά συμπερασμάτων που αφορούν την γενικότερη πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα:

  • Η νέα  Ελληνική Κυβέρνηση προσπάθησε μεν, αλλά δεν κατάφερε δυστυχώς να προσφέρει μια ουσιαστική νέα δυναμική στην Διαπραγμάτευση με τους ‘Θεσμούς’ (πρώην Τρόϊκα). Η αιτία αυτής της αποτυχίας έγκειται πρωτίστως στην επιλογή από Ελληνικής πλευράς των προσώπων που διαπραγματεύτηκαν. Δεν είναι δυνατόν να φτάνουμε σήμερα να μιλούμε για ‘δημιουργική ασάφεια’ στην Διαπραγμάτευση, όταν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι απολύτως σαφές και υπαρκτό.
  • Οι ‘Θεσμοί’ (εντελώς αδόκιμος ο νέος χαρακτηρισμός της Τρόϊκα) ζητούν ‘προγραμματισμένες ενέργειες’, χωρίς όμως να αναγνωρίζουν ταυτόχρονα την Ανθρωπιστική Κρίση που έχει ξεσπάσει στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα εφαρμογής –με τις συγκεκριμένες παραμέτρους- του ‘διαρθρωτικού προγράμματος’ της. Επιπρόσθετα, γνωρίζουν μέχρι πότε έχει η Ελλάδα ταμειακά διαθέσιμα, οπότε πιέζουν για μια ευνοϊκότερη διαπραγμάτευση για την πλευρά τους. 
  • Η νέα Ελληνική Κυβέρνηση γνωρίζει ότι στο τέλος θα υποκύψει σε έναν συμβιβασμό με τους ΄Θεσμούς’. Σε καμία όμως περίπτωση δεν επιζητά την κύρωση μιας νέας Συμφωνίας με τους ΄Θεσμούς’, η οποία θα πρέπει να περάσει και να εγκριθεί από την Ελληνική Βουλή, ώστε να έχει πλατιά Κοινοβουλευτική αποδοχή, κάτι που επιζητούν διακαώς να γίνει και οι Ευρωπαίοι Εταίροι. Εάν κάτι τέτοιο λάβει χώρα, αμέσως θα ΄βαφτιστεί’ ως νέο Μνημόνιο από τις παλαιότερες και νεότερες δυνάμεις της Αντιπολίτευσης, προκαλώντας έτσι σοβαρές εσωκομματικές αναταραχές στην Κυβέρνηση, αλλά και την δυσφορία του εκλογικού της Σώματος που θα θεωρήσει μια τέτοια ενέργεια ως ‘στροφή’ σε σχέση με προεκλογικές δεσμεύσεις.
  • Αποτελεί παράδοξο το γεγονός ότι σε αυτή την τόσο σημαντική χρονική στιγμή, δεν γίνεται καμία επίσημη τοποθέτηση, τόσο από την νέα Ελληνική Κυβέρνηση, όσο και από τους Ευρωπαίους Εταίρους, για ένα αντίστοιχο Αναπτυξιακό Πρόγραμμα στην Ελλάδα, το οποίο θα λειτουργήσει ως αρωγός μιας νέας προσπάθειας ανακίνησης των εγχώριων Επιχειρήσεων και της πραγματικής Οικονομίας.

Ελπίζοντας ακόμα και αυτή την στιγμή ότι τελικώς θα υπάρξει ένας έντιμος συμβιβασμός για το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων Μερών, δεν μπορούμε να μην αναλογιστούμε το ισχυρό πλήγμα που δέχεται η πραγματική Οικονομία της Χώρας, κάθε μέρα που περνά χωρίς να παρατηρείται ουσιαστική πρόοδος στην Διαπραγμάτευση και μια ουσιαστική Επίλυση του θέματος.

Η νέα Κυβέρνηση οφείλει να αναλογιστεί ότι επί πραγματικού η Ελληνική Αγορά και  Οικονομία βρίσκονται σε στασιμότητα από τον Απρίλιο του 2014 (ένα μήνα πριν την διενέργεια των Ευρωεκλογών) μέχρι και σήμερα και δεν προβλέπεται να βγουν από αυτό το τέλμα όσο η παρούσα κατάσταση διαιωνίζεται. Οφείλει λοιπόν να μην λειτουργήσει μικροπολιτικά ώστε να χαρακτηριστεί ένα φερέφωνο προηγουμένων Κυβερνήσεων, να αναλάβει έναν ουσιαστικό ρόλο στην Διαπραγμάτευση, να εξηγήσει στον Ελληνικό Λαό με σαφήνεια τι διαπραγματεύεται και πως, αλλά και να επιδιώξει άμεσα μια Επίλυση, η οποία να λειτουργεί και προς όφελος του Ελληνικού Λαού. Το οφείλει πρωτίστως στην Ελληνική Κοινωνία και δευτερευόντως το οφείλει στην διατήρηση της Θεσμικής της θέσης του Ελληνικού Κράτους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κώστας Παπαγιαννάκης

Γενικός Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.Μ. – Ένωση Δημοκρατικής Εθνικής Μεταρρύθμισης