Μια ακόμα παράλληλη πραγματικότητα;

Στο μυαλό μου «παίζει» μια φανταστική σκηνή στην Αθήνα. Ένα μικρό πάρκο και απέναντί του μια καφετέρια με καλοντυμένους θαμώνες που απολαμβάνουν το ρόφημά τους διαβάζοντας την εφημερίδα τους ή διεκπεραιώνοντας κάποια από τις πάμπολλες εργασίες τους μέσω τηλεφώνου ή τάμπλετ, κάποιοι όρθιοι στον φιλόξενο πάγκο. Κουστούμια, ταγιέρ, επώνυμες τσάντες. Η μονοτονία «σπάει» από κανα-δυο πιο «καλλιτεχνικές» παρουσίες, με περισσότερο χρώμα στα ενδύματα, το χτένισμα, το στυλ. Νεαροί με στολές της καφετέριας μπαινοβγαίνουν με παραγγελίες για έξω.

Στο πάρκο στα λίγα παγκάκια κάθονται λίγοι ηλικιωμένοι και κάποιοι φτωχοντυμένοι αδύνατοι νεαροί. Λίγα δένδρα και θάμνοι. Μια γυναίκα διασχίζει το πάρκο σπρώχνοντας ένα καρότσι. Περιστέρια. Μερικά σκουπιδάκια, μόνιμη διακόσμηση των ελληνικών δημόσιων χώρων, τα σπρώχνει ο αέρας. Ήχοι αυτοκινήτων και συνομιλιών.

Οι δυο νεαροί σηκώνονται. Φαίνεται να παρακολουθούν με ένταση τα τεκταινόμενα στην καφετέρια. Παίρνουν θέση, ο καθένας σε διαφορετικό σημείο, μισοκρυμμένος πίσω από ένα δένδρο ο ένας, στην γωνιακή στάση του τραμ ο άλλος. Πλησιάζει 11 και ξαφνικά αρχίζει να αραιώνει η καφετέρια. Οι νέοι κινούνται γοργά. Διασχίζουν τον δρόμο. Ενώ η προτελευταία παρέα σηκώνεται από τα λιγοστά τραπεζοκαθίσματα και πριν η υπάλληλος της πρωϊνής βάρδιας βγει για να μαζέψει τα σερβίτσια, οι νέοι, ο καθένας από αντίθετη μεριά, «σκουπίζουν» τα μπροστινά τραπέζια από κάθε μπισκοτάκι, ζαχαρίτσα ή μέλι που έχει απομείνει. Τα χέρια τους συναντώνται στο κεντρικό τραπέζι. Ευτυχώς το μπολ περιέχει δυο μπισκότα. Την απειροελάχιστη παύση ακολουθεί μια εντυπωσιακή αλλαγή πορείας των χεριών, ακολούθως η συλλογή του κάθε μπισκότου και κατόπιν η επιτάχυνση για ασφαλή απομάκρυνση σε αντίθετες κατευθύνσεις.

Η υπάλληλος βγαίνει να συλλέξει τα σερβίτσια. Το όποιο φιλοδώρημά της το έχει ήδη εισπράξει οπότε δεν ανησυχεί. Μια φορά επενέβη όταν κάποιος πήρε ένα κανατάκι με γάλα. Έτρεξε πίσω του και τον ακολούθησε. Σε διπλανή είσοδο πολυκατοικίας περίμενε μια γυναίκα με ένα αγόρι. Ο νεαρός άνδρας έδωσε στο αγόρι το κανατάκι και στην γυναίκα τα υπόλοιπα λάφυρα. Εκείνο ρούφηξε το περιεχόμενο, επέστρεψε το σκεύος στον άνδρα. Εκείνος με την σειρά του, χωρίς να κοιτάξει την υπάλληλο της έδωσε στα χέρια το κανατάκι και συνέχισε να απομακρύνεται. Εκείνη έμεινε να κοιτάζει με αμηχανία για λίγα δευτερόλεπτα την γυναίκα και το αγόρι και έπειτα επέστρεψε γρήγορα στο πόστο της.

Αθέατοι θεατές επιστρέφουμε κι εμείς κάθε μέρα… στο πόστο μας. Ως πότε;

Ώσπου να αποφασίσουμε ότι κάποιοι (άστεγοι Έλληνες και  παράνομοι μετανάστες) δεν λιάζονται απλώς στο πάρκο το πρωί. Ούτε ότι είναι αδύνατοι επειδή κάνουν δίαιτα. Το ότι κάποια στιγμή «χάνονται»  ίσως απλώς σημαίνει ότι κρύβονται ή αρρώστησαν και όχι ότι έφυγαν… σε άλλη χώρα.

Ώσπου να καταλάβουμε ότι… είναι πολύ λεπτή η γραμμή που χωρίζει την «δική μας» από την «δική τους» πραγματικότητα.

Χριστίνα Καρατζαφέρη

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΠΘ